Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Likeness
01
ομοιότητα, παρομοίωση
similarity in appearance or character or nature between persons or things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ομοιότητα, πορτρέτο
a portrait or representation of someone, especially one that looks just like them
Παραδείγματα
The actor 's wax figure bore a striking likeness to him.
Το κερινό άγαλμα του ηθοποιού είχε εντυπωσιακή ομοιότητα μαζί του.
Λεξικό Δέντρο
unlikeness
likeness
like



























