Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liken
01
συγκρίνω, παρομοιάζω
to compare or represent something as similar to something else
Transitive: to liken sth | to liken sth to sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liken
γ΄ ενικό πρόσωπο
likens
ενεστώτα μετοχή
likening
απλός αόριστος
likened
παθητική μετοχή
likened
Παραδείγματα
The author often likens the struggle of the protagonist to that of a mythical hero facing great challenges.
Ο συγγραφέας συχνά παρομοιάζει τον αγώνα του πρωταγωνιστή με αυτόν ενός μυθικού ήρωα που αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
likening
liken



























