Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
likely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
likeliest
συγκριτικός βαθμός
likelier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor believes it's likely that the patient will make a full recovery with proper treatment.
Ο γιατρός πιστεύει ότι είναι πιθανό ο ασθενής να αναρρώσει πλήρως με τη σωστή θεραπεία.
02
κατάλληλος, αρμόδιος
appropriate for a particular purpose or situation
Παραδείγματα
The new tech startup has a likely future, given its innovative products and experienced leadership.
Η νέα τεχνολογική startup έχει ένα πιθανό μέλλον, δεδομένων των καινοτόμων προϊόντων και της έμπειρης ηγεσίας της.
03
πιθανός, εύλογος
credible or reasonable based on evidence, circumstances, or logical reasoning
Παραδείγματα
His explanation of the situation sounded likely, as it matched the facts we knew.
Η εξήγησή του για την κατάσταση ακουγόταν πιθανή, καθώς ταίριαζε με τα γεγονότα που γνωρίζαμε.
04
πιθανός, ενδεχόμενος
expected to happen, based on evidence or probability
Παραδείγματα
She is likely to pass the exam, given her consistent study habits.
Είναι πιθανό να περάσει τις εξετάσεις, δεδομένων των συνεπών μεθόδων μελέτης της.
Λεξικό Δέντρο
likeliness
unlikely
likely
like



























