lighter
ligh
ˈlaɪ
lai
ter
miterbiterovernighter

Ορισμός και σημασία του "lighter"στα αγγλικά

01

αντικείμενο ανάφλεξης, σαγμάρα

a small device used to create a flame for lighting cigarettes, candles, etc. 
lighter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lighters
Παραδείγματα
He used a lighter to start the campfire. 

Χρησιμοποίησε ένα αντικείμενο ανάφλεξης για να ανάψει τη φωτιά της κατασκήνωσης.

02

φορτηγίδα, ελαφρύ πλοίο

a flatbottom boat for carrying heavy loads (especially on canals) 
03

αντικρινός, ανάπτηρας

a substance used to ignite or kindle a fire 
to lighter
01

μεταφέρω σε επίπεδη βάρκα, μετακινώ με βάρκα επίπεδου πυθμένα

transport in a flatbottom boat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lighter
γ΄ ενικό πρόσωπο
lighters
ενεστώτα μετοχή
lightering
απλός αόριστος
lightered
παθητική μετοχή
lightered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store