lighter
Pronunciation
/ˈɫaɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "lighter"στα αγγλικά

01

αντικείμενο ανάφλεξης, σαγμάρα

a small device used to create a flame for lighting cigarettes, candles, etc.
lighter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lighters
Παραδείγματα
He accidentally dropped the lighter into the water.
Έριξε κατά λάθος το αντικείμενο ανάφλεξης στο νερό.
02

φορτηγίδα, ελαφρύ πλοίο

a flatbottom boat for carrying heavy loads (especially on canals)
03

αντικρινός, ανάπτηρας

a substance used to ignite or kindle a fire
to lighter
01

μεταφέρω σε επίπεδη βάρκα, μετακινώ με βάρκα επίπεδου πυθμένα

transport in a flatbottom boat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lighter
γ΄ ενικό πρόσωπο
lighters
ενεστώτα μετοχή
lightering
απλός αόριστος
lightered
παθητική μετοχή
lightered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store