Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lighter
01
αντικείμενο ανάφλεξης, σαγμάρα
a small device used to create a flame for lighting cigarettes, candles, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lighters
Παραδείγματα
He used a lighter to start the campfire.
Χρησιμοποίησε ένα αντικείμενο ανάφλεξης για να ανάψει τη φωτιά της κατασκήνωσης.
02
φορτηγίδα, ελαφρύ πλοίο
a flatbottom boat for carrying heavy loads (especially on canals)
03
αντικρινός, ανάπτηρας
a substance used to ignite or kindle a fire
to lighter
01
μεταφέρω σε επίπεδη βάρκα, μετακινώ με βάρκα επίπεδου πυθμένα
transport in a flatbottom boat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lighter
γ΄ ενικό πρόσωπο
lighters
ενεστώτα μετοχή
lightering
απλός αόριστος
lightered
παθητική μετοχή
lightered
Λεξικό Δέντρο
lighterage
lighter
light



























