light-footed
light
laɪt
lait
foo
foo
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "light-footed"στα αγγλικά

light-footed
01

ελαφρύς στα πόδια, ευκίνητος

moving fast and with grace 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-footed
συγκριτικός βαθμός
more light-footed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The light‑footed dancer seemed to glide across the stage. 

Ο χορευτής ελαφρύς στα πόδια φαινόταν να γλιστράει πάνω στη σκηνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store