Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
light-footed
01
ελαφρύς στα πόδια, ευκίνητος
moving fast and with grace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-footed
συγκριτικός βαθμός
more light-footed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The thief was light‑footed, disappearing into the alley without a sound.
Ο κλέφτης ήταν ελαφρύς στα πόδια, εξαφανίζονται στο δρομάκι χωρίς ήχο.



























