Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lift up
01
σηκώνω, υψώνω
to take someone or something and move them upward
Transitive: to lift up sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lift
ενεστώτας
lift up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lifts up
ενεστώτα μετοχή
lifting up
απλός αόριστος
lifted up
παθητική μετοχή
lifted up
Παραδείγματα
The father lifted up his son onto his shoulders for a better view of the parade.
Ο πατέρας σήκωσε τον γιο του στους ώμους του για μια καλύτερη θέα της παρέλασης.
02
ανυψώνω τη διάθεση, ευχαριστώ
to elevate someone's mood and make them feel happier or more hopeful
Transitive: to lift up someone's mood
Παραδείγματα
The act of kindness lifted up the homeless man's heart and gave him a glimmer of hope for the future.
Η πράξη της καλοσύνης ανέβασε το ηθικό του άστεγου άνδρα και του έδωσε μια λάμψη ελπίδας για το μέλλον.



























