Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lift up
01
σηκώνω, υψώνω
to take someone or something and move them upward
Transitive: to lift up sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lift
ενεστώτας
lift up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lifts up
ενεστώτα μετοχή
lifting up
απλός αόριστος
lifted up
παθητική μετοχή
lifted up
Παραδείγματα
She lifted up her child to see the parade.
Αυτή σήκωσε το παιδί της για να δει την παρέλαση.
02
ανυψώνω τη διάθεση, ευχαριστώ
to elevate someone's mood and make them feel happier or more hopeful
Transitive: to lift up someone's mood
Παραδείγματα
The comedian 's jokes and witty remarks lifted up the entire audience and filled the room with laughter.
Τα αστεία και οι πνευματώδεις παρατηρήσεις του κωμικού ανέβασαν τη διάθεση όλου του κοινού και γέμισαν το δωμάτιο με γέλιο.



























