lifeboat
life
ˈlaɪf
laif
boat
bəʊt
bewt

Ορισμός και σημασία του "lifeboat"στα αγγλικά

01

σωστική λέμβος, βάρκα διάσωσης

a boat used for saving people whose lives are at risk at sea 
lifeboat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lifeboats
Παραδείγματα
The crew launched the lifeboats quickly after the ship encountered rough seas. 

Το πλήρωμα έριξε τις σωστικές λέμβους γρήγορα αφού το πλοίο συνάντησε τραχιά θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lifeboat

life

+

boat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store