Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lids
Παραδείγματα
She placed the lid on the pot to let the soup simmer.
Έβαλε το καπάκι στην κατσαρόλα για να αφήσει τη σούπα να σιγοβράσει.
1.1
καπέλο, σκούφος
a hat or head covering designed to protect the head from weather, often with a shaped crown and brim
Παραδείγματα
He tipped his lid in greeting.
Σήκωσε το καπέλο του ως χαιρετισμό.
1.2
βλέφαρο, βλέφαρο
one of the movable folds of skin that cover and protect the eye
Παραδείγματα
She blinked rapidly, letting her lids close.
Κλείνει γρήγορα τα μάτια της, αφήνοντας τα βλέφαρά της να κλείσουν.
02
καπάκι, κάλυμμα
a removable or hinged cover that protects the soundboard of a piano or similar instrument
Παραδείγματα
He closed the piano lid after practice.
Έκλεισε το καπάκι του πιάνου μετά την εξάσκηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lidless
lid



























