licit
li
ˈlɪ
li
cit
sɪt
sit
limit

Ορισμός και σημασία του "licit"στα αγγλικά

01

νόμιμος, νομικά εγκεκριμένος

legally and officially authorized or approved by the law 
licit definition and meaning
02

νόμιμος, σύμφωνος με την ηθική

sanctioned by custom or morality especially sexual morality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most licit
συγκριτικός βαθμός
more licit
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store