libretto
lib
ˈlɪb
lib
re
re
tto
təʊ
tew
stilettopalmettoterzettofalsetto

Ορισμός και σημασία του "libretto"στα αγγλικά

01

λιμπρέτο, κείμενο όπερας

the text of a musical play, an opera, or other extended vocal works 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
librettos
Παραδείγματα
The composer and the librettist worked closely together to ensure the libretto perfectly complemented the music in the opera. 

Ο συνθέτης και ο λιμπρετίστας συνεργάστηκαν στενά για να διασφαλίσουν ότι το λιμπρέτο συμπλήρωνε τέλεια τη μουσική στην όπερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store