libertine
Pronunciation
/ˈɫɪbɝˌtin/

Ορισμός και σημασία του "libertine"στα αγγλικά

01

εκλυτικός, ακόλαστος

an individual who is not concerned with morality and overindulges in pleasure, particularly sexual pleasure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
libertines
Παραδείγματα
His reputation as a libertine made him infamous in high society.
Η φήμη του ως εκλυτικού τον έκανε κακόφημο στην υψηλή κοινωνία.
01

ακόλαστος, ασελγής

disregarding moral principles or societal conventions, often in matters of sexuality or indulgence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most libertine
συγκριτικός βαθμός
more libertine
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel portrayed a libertine aristocrat wasting his fortune.
Το μυθιστόρημα απεικόνιζε έναν ακόλαστο αριστοκράτη που σπατάλησε την περιουσία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store