liar
liar
laɪə
λαιε
lidar

Ορισμός και σημασία του "liar"στα αγγλικά

01

ψεύτης, ψεύτρα

a person who has lied or who lies repeatedly 
liar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liars

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store