liar
liar
laɪɜr
λαιερρ
/lˈa‍ɪ‍ə/

Ορισμός και σημασία του "liar"στα αγγλικά

01

ψεύτης, ψεύτρα

a person who has lied or who lies repeatedly
liar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
liars
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store