liable
liable
laɪəbl
laiebl
likablelivable

Ορισμός και σημασία του "liable"στα αγγλικά

01

επιρρεπής, ικανός

possible to do a particular action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liable
συγκριτικός βαθμός
more liable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wet floor made him liable to slip and fall if he wasn't careful. 

Το βρεγμένο πάτωμα τον έκανε πιθανό να γλιστρήσει και να πέσει αν δεν ήταν προσεκτικός.

02

επιρρεπής, εκτεθειμένος

susceptible to being affected by a condition or influence 
Παραδείγματα
Children are liable to colds during the winter. 

Τα παιδιά είναι επίφοβα σε κρυολογήματα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

03

υπεύθυνος, υπόκειται

legally answerable to action or penalty under the law 
Παραδείγματα
The company is liable to prosecution for safety violations. 

Η εταιρεία υπόκειται σε δίωξη για παραβιάσεις ασφαλείας.

04

υπεύθυνος, υποχρεωμένος

legally held accountable for the cost of something 
Παραδείγματα
The company was found liable for the damages caused by its faulty product. 

Η εταιρεία κρίθηκε υπεύθυνη για τις ζημιές που προκλήθηκαν από το ελαττωματικό της προϊόν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store