Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to levitate
01
αιωρούμαι, επιπλέω
to make something rise and float in the air, without any physical support or contact
Transitive: to levitate sb/sth
Παραδείγματα
The magician is levitating his assistant unaided on the stage as part of his closing act.
Ο μάγος κάνει να αιωρείται η βοηθός του χωρίς βοήθεια στη σκηνή ως μέρος της τελικής του παράστασης.
02
αιωρούμαι, επιπλέω στον αέρα
to rise and float in air, as if by magic or without any physical support
Intransitive
Παραδείγματα
In some religious ceremonies, participants report sensations of their bodies levitating above the ground.
Σε κάποιες θρησκευτικές τελετές, οι συμμετέχοντες αναφέρουν αισθήσεις των σωμάτων τους που επιπλέουν πάνω από το έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
levitation
levitate



























