Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to levitate
01
αιωρούμαι, επιπλέω
to make something rise and float in the air, without any physical support or contact
Transitive: to levitate sb/sth
Παραδείγματα
Scientists claim they have developed a method to levitate small objects using sound waves.
Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι έχουν αναπτύξει μια μέθοδο για να αιωρούν μικρά αντικείμενα χρησιμοποιώντας ηχητικά κύματα.
02
αιωρούμαι, επιπλέω στον αέρα
to rise and float in air, as if by magic or without any physical support
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
levitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
levitates
ενεστώτα μετοχή
levitating
απλός αόριστος
levitated
παθητική μετοχή
levitated
Παραδείγματα
Witnesses reported seeing the man levitate a few feet above the ground before floating back down.
Οι μάρτυρες ανέφεραν ότι είδαν τον άνδρα να αιωρείται μερικά πόδια πάνω από το έδαφος πριν κατέβει αργά.
Λεξικό Δέντρο
levitation
levitate



























