to levitate
le
ˈlɛ
le
vi
vi
tate
teɪt
teit
levitelevirate

Ορισμός και σημασία του "levitate"στα αγγλικά

to levitate
01

αιωρούμαι, επιπλέω

to make something rise and float in the air, without any physical support or contact 
Transitive: to levitate sb/sth
to levitate definition and meaning
Παραδείγματα
Scientists claim they have developed a method to levitate small objects using sound waves. 

Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι έχουν αναπτύξει μια μέθοδο για να αιωρούν μικρά αντικείμενα χρησιμοποιώντας ηχητικά κύματα.

02

αιωρούμαι, επιπλέω στον αέρα

to rise and float in air, as if by magic or without any physical support 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
levitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
levitates
ενεστώτα μετοχή
levitating
απλός αόριστος
levitated
παθητική μετοχή
levitated
Παραδείγματα
Witnesses reported seeing the man levitate a few feet above the ground before floating back down. 

Οι μάρτυρες ανέφεραν ότι είδαν τον άνδρα να αιωρείται μερικά πόδια πάνω από το έδαφος πριν κατέβει αργά.

Λεξικό Δέντρο

levitation
levitate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store