Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
level-headed
01
ψύχραιμος, συνετός
capable of making good decisions in difficult situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most level-headed
συγκριτικός βαθμός
more level-headed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained level-headed during the crisis and handled everything efficiently.
Παρέμεινε ψύχραιμη κατά τη διάρκεια της κρίσης και αντιμετώπισε τα πάντα αποτελεσματικά.



























