Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to let off
01
αφήνω να φύγει, συγχωρώ
to not punish someone for a wrongdoing, or only give them a light punishment
Transitive: to let off sb with a small punishment | to let off sb for a wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let off
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets off
ενεστώτα μετοχή
letting off
απλός αόριστος
let off
παθητική μετοχή
let off
Παραδείγματα
The parent let the child off for breaking a vase, understanding that it was an accident and not a deliberate act of mischief.
Ο γονέας συγχώρησε το παιδί που έσπασε ένα βάζο, κατανοώντας ότι ήταν ατύχημα και όχι σκόπιμη πράξη κακοήθειας.
02
πυροδοτώ, πυροβολώ
to cause an explosive weapon to discharge
Transitive: to let off an explosive
Παραδείγματα
The soldiers let off a barrage of artillery fire during the battle.
Οι στρατιώτες εκτόξευσαν μια βολή πυροβολικού κατά τη διάρκεια της μάχης.
03
απαλλάσσω, αφήνω να φύγει
to allow someone to be excused from a responsibility, obligation, or expectation
Dialect
British
Transitive: to let off sb
Παραδείγματα
The teacher let the students off early for the day due to the unexpected snowfall.
Ο δάσκαλος άφησε τους μαθητές νωρίς λόγω του απροσδόκητου χιονιού.



























