lesser
le
ˈlɛ
le
sser
lessor

Ορισμός και σημασία του "lesser"στα αγγλικά

01

μικρότερος, λιγότερο σημαντικός

not as great or important as something or someone else 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team faced a lesser opponent in the first round of the tournament. 

Η ομάδα αντιμετώπισε έναν μικρότερο αντίπαλο στον πρώτο γύρο του τουρνουά.

02

μικρότερος, λιγότερος

smaller in amount or value compared to something else 
Παραδείγματα
The company offered a lesser amount of funding to smaller startups. 

Η εταιρεία προσέφερε ένα μικρότερο ποσό χρηματοδότησης σε μικρότερες startups.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store