Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lessening
01
μείωση, ελάττωση
the act of making something smaller or reducing its amount or degree
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The lessening of tensions between the two countries brought hope for peace.
Η μείωση των εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών έφερε ελπίδα για ειρήνη.
Λεξικό Δέντρο
lessening
lessen



























