leper
le
ˈlɛ
le
per
leaperlever

Ορισμός και σημασία του "leper"στα αγγλικά

01

παρίες, αποκλεισμένος

someone who is constantly ignored or pushed away by others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lepers
02

λεπρός, ασθενής με λέπρα

someone who is suffering from a chronic, progressive bacterial infection called Leprosy 
προσβλητικό
Παραδείγματα
Doctors need special training to treat lepers effectively. 

Οι γιατροί χρειάζονται ειδική εκπαίδευση για να θεραπεύουν αποτελεσματικά τους λεπρούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store