Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lengthiness
01
μήκος, μακρολογία
the quality or state of being excessively long or extended in duration
Παραδείγματα
Starting to take its toll on her was the lengthiness of the commute to work every day.
Άρχισε να την επηρεάζει η εκτατότητα της καθημερινής μετακίνησης στη δουλειά.
02
μήκος, παράταση
the consequence of being lengthened in duration
Λεξικό Δέντρο
lengthiness
lengthy
length



























