lengthened
lengthened
'lɛngθənd
lengthēnd

Ορισμός και σημασία του "lengthened"στα αγγλικά

lengthened
01

επιμηκυμένος, παρατεταμένος

made longer in physical dimensions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lengthened
συγκριτικός βαθμός
more lengthened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
dimensions, objects, time
Παραδείγματα
The lengthened shadow of the building stretched across the sidewalk in the afternoon sun. 

Η επιμηκυμένη σκιά του κτιρίου εκτεινόταν στο πεζοδρόμιο κάτω από τον απογευματινό ήλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lengthened
lengthen
length
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store