legitimacy
le
li
gi
ˈʤɪ
ji
ti
ti
ma
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "legitimacy"στα αγγλικά

01

νομιμότητα

the quality of being acceptable by the law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

νομιμότητα, εγκυρότητα

the state of being valid, justifiable, or morally acceptable 
Παραδείγματα
Historians debate the legitimacy of the treaty that ended the war. 

Οι ιστορικοί συζητούν τη νομιμότητα της συνθήκης που τερμάτισε τον πόλεμο.

Λεξικό Δέντρο

illegitimacy
legitimacy
legitim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store