Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Legitimacy
01
νομιμότητα
the quality of being acceptable by the law
02
νομιμότητα, εγκυρότητα
the state of being valid, justifiable, or morally acceptable
Παραδείγματα
International law provides a framework for determining the legitimacy of military interventions.
Το διεθνές δίκαιο παρέχει ένα πλαίσιο για τον προσδιορισμό της νομιμότητας των στρατιωτικών επεμβάσεων.
Λεξικό Δέντρο
illegitimacy
legitimacy
legitim



























