legitimacy
Pronunciation
/ɫəˈdʒɪtəməsi/, /ɫɪˈdʒɪtəməsi/

Ορισμός και σημασία του "legitimacy"στα αγγλικά

01

νομιμότητα

the quality of being acceptable by the law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

νομιμότητα, εγκυρότητα

the state of being valid, justifiable, or morally acceptable
Παραδείγματα
International law provides a framework for determining the legitimacy of military interventions.
Το διεθνές δίκαιο παρέχει ένα πλαίσιο για τον προσδιορισμό της νομιμότητας των στρατιωτικών επεμβάσεων.

Λεξικό Δέντρο

illegitimacy
legitimacy
legitim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store