legislator
le
ˈlɛ
le
gis
ʤɪs
jis
la
ˌleɪ
lei
tor

Ορισμός και σημασία του "legislator"στα αγγλικά

01

νομοθέτης, βουλευτής

a person whose job is to make new laws, especially one who is a member of a governmental body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
legislators
Παραδείγματα
The senator is a dedicated legislator who has worked tirelessly to pass meaningful legislation for the betterment of the community. 

Ο γερουσιαστής είναι ένας αφοσιωμένος νομοθέτης που έχει εργαστεί ακούραστα για να περάσει σημαντική νομοθεσία για τη βελτίωση της κοινότητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

legislatorship
legislator
legislate
legisl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store