Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Legislation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The new environmental legislation limits carbon emissions from factories.
Η νέα περιβαλλοντική νομοθεσία περιορίζει τις εκπομπές άνθρακα από τα εργοστάσια.
02
νομοθεσία, νόμος
the act or process of making laws or passing a statute
Παραδείγματα
The parliament passed new legislation aimed at improving environmental protection measures across the country.
Το κοινοβούλιο ψήφισε νέα νομοθεσία με στόχο τη βελτίωση των μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος σε όλη τη χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
legislation
legislate
legisl



























