Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to legislate
01
νομοθετώ, θεσπίζω νόμους
to create or bring laws into effect through a formal process
Transitive: to legislate a law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
legislate
γ΄ ενικό πρόσωπο
legislates
ενεστώτα μετοχή
legislating
απλός αόριστος
legislated
παθητική μετοχή
legislated
Παραδείγματα
The parliament is set to legislate a minimum wage increase in the next session.
Το κοινοβούλιο πρόκειται να νομοθετήσει μια αύξηση του κατώτατου μισθού στην επόμενη συνεδρίαση.
Λεξικό Δέντρο
legislating
legislation
legislative
legislate
legisl



























