leftovers
lef
ˈlɛf
λεφ
to
təʊ
τεου
vers
vəz
βαζ

Ορισμός και σημασία του "leftovers"στα αγγλικά

01

υπολείμματα, αποφάγια

the amount of food that remains uneaten after a meal and is typically saved for later consumption 
leftovers definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
leftovers
Παραδείγματα
He made a delicious soup using the leftovers from last night's roast chicken. 

Έφτιαξε μια νόστιμη σούπα χρησιμοποιώντας τα υπολείμματα από το ψητό κοτόπουλο της προηγούμενης νύχτας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store