Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leftist
01
αριστερός, αριστερός ακτιβιστής
an individual who supports or advocates for left-wing political ideologies
Παραδείγματα
As a leftist, she frequently spoke out against corporate influence in politics and championed environmental sustainability.
Ως αριστερή, μιλούσε συχνά κατά της επιρροής των εταιρειών στην πολιτική και υποστήριζε την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.
leftist
01
αριστερός, αριστεροστραφής
supporting left-wing political ideas like socialism or progressivism
Παραδείγματα
The documentary explored the impact of leftist ideologies on modern political activism and policy-making.
Το ντοκιμαντέρ εξερεύνησε την επίδραση των αριστερών ιδεολογιών στη σύγχρονη πολιτική δραστηριότητα και τη χάραξη πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
leftist
left



























