leftist
lef
ˈlɛf
λεφ
tist
tɪst
τιστ
British pronunciation
/lˈɛftɪst/

Ορισμός και σημασία του "leftist"στα αγγλικά

01

αριστερός, αριστερός ακτιβιστής

an individual who supports or advocates for left-wing political ideologies
example
Παραδείγματα
As a leftist, she frequently spoke out against corporate influence in politics and championed environmental sustainability.
Ως αριστερή, μιλούσε συχνά κατά της επιρροής των εταιρειών στην πολιτική και υποστήριζε την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.
01

αριστερός, αριστεροστραφής

supporting left-wing political ideas like socialism or progressivism
example
Παραδείγματα
The documentary explored the impact of leftist ideologies on modern political activism and policy-making.
Το ντοκιμαντέρ εξερεύνησε την επίδραση των αριστερών ιδεολογιών στη σύγχρονη πολιτική δραστηριότητα και τη χάραξη πολιτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store