leftist
lef
ˈlɛf
lef
tist
tɪst
tist

Ορισμός και σημασία του "leftist"στα αγγλικά

01

αριστερός, αριστερός ακτιβιστής

an individual who supports or advocates for left-wing political ideologies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leftists
Παραδείγματα
The leftist advocated for policies that aimed to reduce economic inequality and enhance social justice. 

Ο αριστερός υποστήριξε πολιτικές που αποσκοπούσαν στη μείωση της οικονομικής ανισότητας και στην ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

01

αριστερός, αριστεροστραφής

supporting left-wing political ideas like socialism or progressivism 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most leftist
συγκριτικός βαθμός
more leftist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The leftist policies proposed by the candidate aimed to address income inequality and social justice. 

Οι αριστερές πολιτικές που πρότεινε ο υποψήφιος είχαν ως στόχο την αντιμετώπιση της εισοδηματικής ανισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store