Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Left atrium
01
αριστερό κόλπο, αριστερό ατρώο
a heart chamber that receives oxygenated blood from the lungs and sends it to the left ventricle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
left atria
LanGeek



























