Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lecture
01
διάλεξη, ομιλία
a talk given to an audience about a particular subject to educate them, particularly at a university or college
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lectures
Παραδείγματα
The lecturer provided handouts to accompany the lecture.
Ο διαλεκτής παρείχε φυλλάδια για να συνοδεύσουν τη διάλεξη.
02
επίπληξη, κήρυγμα
a lengthy rebuke
to lecture
01
δίνω διάλεξη, διδάσκω
to give a formal talk or presentation to teach someone or a group
Intransitive: to lecture | to lecture somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lecture
γ΄ ενικό πρόσωπο
lectures
ενεστώτα μετοχή
lecturing
απλός αόριστος
lectured
παθητική μετοχή
lectured
Παραδείγματα
The expert was invited to lecture at the conference, sharing insights on the latest advancements in technology.
Ο ειδικός προσκλήθηκε να δώσει διάλεξη στο συνέδριο, μοιράζοντας πληροφορίες για τις τελευταίες εξελίξεις στην τεχνολογία.
02
κάνω κήρυγμα, επιπλήττω
to deliver a serious or reproving talk to someone, often meant to convey advice, criticism, or instruction
Transitive: to lecture sb on sth | to lecture sb about sth
Παραδείγματα
The parent lectured their teenager about the importance of curfew and responsibility.
Ο γονέας έδωσε διάλεξη στον έφηβο τους για τη σημασία της απαγόρευσης κυκλοφορίας και της ευθύνης.
Λεξικό Δέντρο
lectureship
lecture
lect



























