lean-to
lean
lin
lin
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "lean-to"στα αγγλικά

01

παράπηγμα, προσαρτημένο κτίσμα

a building of small size, such as a shed or garage, that shares a wall and roof with a building of larger size 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lean-tos
Παραδείγματα
The hikers built a simple lean-to with branches and leaves to protect themselves from the unexpected rain. 

Οι πεζοπόροι έφτιαξαν ένα απλό υπόστεγο με κλαδιά και φύλλα για να προστατευτούν από την απροσδόκητη βροχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store