Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laxity
01
αμέλεια, χαλάρωση
the state or quality of being careless and lacking moral strictness or discipline
Παραδείγματα
The government 's laxity in enforcing regulations allowed corruption to permeate through various sectors.
Η χαλάρωση της κυβέρνησης στην εφαρμογή των κανονισμών επέτρεψε στη διαφθορά να διαπεραιωθεί σε διάφορους τομείς.
02
χαλάρωση, ατονία
the state of a limb or muscle being loose
Παραδείγματα
The worn-out elastic band had lost its elasticity over time, resulting in laxity and causing the pants to sag.
Το φθαρμένο ελαστικό ιμάντα είχε χάσει την ελαστικότητά του με το πέρασμα του χρόνου, με αποτέλεσμα χαλάρωση και προκάλεσε το πέσιμο του παντελονιού.
Λεξικό Δέντρο
laxity
lax



























