laxity
lax
ˈlæk
lāk
i
si
ty
ti
ti
laity

Ορισμός και σημασία του "laxity"στα αγγλικά

01

αμέλεια, χαλάρωση

the state or quality of being careless and lacking moral strictness or discipline 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laxities
Παραδείγματα
The teacher's laxity in grading assignments resulted in inconsistent and unfair evaluations. 

Η χαλαρότητα του δασκάλου στην βαθμολόγηση των εργασιών οδήγησε σε ασυνεπείς και άδικες αξιολογήσεις.

02

χαλάρωση, ατονία

the state of a limb or muscle being loose 
Παραδείγματα
The doctor noted the laxity in the patient's joints, indicating a potential issue with connective tissue or ligaments. 

Ο γιατρός σημείωσε την χαλάρωση στις αρθρώσεις του ασθενούς, υποδεικνύοντας ένα πιθανό πρόβλημα με τον συνδετικό ιστό ή τους συνδέσμους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store