law-abiding
law
lɔ:
law
a
ə
ē
bi
baɪ
bai
ding
dɪng
ding

Ορισμός και σημασία του "law-abiding"στα αγγλικά

law-abiding
01

νομοταγής, υπάκουος στο νόμο

being obedient to the law 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most law-abiding
συγκριτικός βαθμός
more law-abiding
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store