law-abiding
Pronunciation
/lˈɔːɐbˈaɪdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "law-abiding"στα αγγλικά

law-abiding
01

νομοταγής, υπάκουος στο νόμο

being obedient to the law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most law-abiding
συγκριτικός βαθμός
more law-abiding
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store