to laugh off
laugh
lɑ:f
laaf
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "laugh off"στα αγγλικά

to laugh off
01

απορρίπτω με γέλιο, περιφρονώ αστειευόμενος

to make something seem less serious by joking about it 
to laugh off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
laugh
ενεστώτας
laugh off
γ΄ ενικό πρόσωπο
laughs off
ενεστώτα μετοχή
laughing off
απλός αόριστος
laughed off
παθητική μετοχή
laughed off
Παραδείγματα
The politician laughed off the accusations of corruption, saying that they were nothing more than a smear campaign. 

Ο πολιτικός γελάστηκε με τις κατηγορίες για διαφθορά, λέγοντας ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια καμπάνια συκοφαντίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store