Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laugh off
01
απορρίπτω με γέλιο, περιφρονώ αστειευόμενος
to make something seem less serious by joking about it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
laugh
ενεστώτας
laugh off
γ΄ ενικό πρόσωπο
laughs off
ενεστώτα μετοχή
laughing off
απλός αόριστος
laughed off
παθητική μετοχή
laughed off
Παραδείγματα
The politician laughed off the accusations of corruption, saying that they were nothing more than a smear campaign.
Ο πολιτικός γελάστηκε με τις κατηγορίες για διαφθορά, λέγοντας ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια καμπάνια συκοφαντίας.



























