laudable
lau
ˈlɔ
λο
da
ντα
ble
bəl
μπαλ
/lˈɔːdəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "laudable"στα αγγλικά

01

αινετός

(of an idea, intention, or act) deserving of admiration and praise, regardless of success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laudable
συγκριτικός βαθμός
more laudable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team 's commitment to environmental sustainability is laudable.
Η δέσμευση της ομάδας για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα είναι αξιέπαινη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store