Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laudable
01
αινετός
(of an idea, intention, or act) deserving of admiration and praise, regardless of success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laudable
συγκριτικός βαθμός
more laudable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team 's commitment to environmental sustainability is laudable.
Η δέσμευση της ομάδας για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα είναι αξιέπαινη.
Λεξικό Δέντρο
laudability
laudableness
laudably
laudable
laud



























