laudable
lau
ˈlɔ:
law
dable
dəbl
dēbl
laughable

Ορισμός και σημασία του "laudable"στα αγγλικά

01

αινετός

(of an idea, intention, or act) deserving of admiration and praise, regardless of success 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laudable
συγκριτικός βαθμός
more laudable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His teachers always said he had a laudable passion for learning. 

Οι δάσκαλοί του έλεγαν πάντα ότι είχε ένα αξιέπαινο πάθος για τη μάθηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store