latvian
lat
ˈlæt
lāt
vian
viən
viēn

Ορισμός και σημασία του "Latvian"στα αγγλικά

01

λετονικά, η επίσημη γλώσσα της Λετονίας

the official language of Latvia; belongs to the Baltic branch of Indo-European 
Latvian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Latvians
02

Λετονός, Λετονή

a native or inhabitant of Latvia 
01

λετονικός, λετονική

of or relating to or characteristic of Latvia or its people or language 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store