lathe
lathe
leɪð
λειδ
/lˈe‍ɪð/

Ορισμός και σημασία του "lathe"στα αγγλικά

01

τόρνος

a machine tool that rotates a workpiece so one can shape it by cutting, sanding, or drilling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lathes
Παραδείγματα
In the workshop, the lathe is an essential tool for manufacturing components such as shafts, pulleys, and bushings.
Στο εργαστήριο, το τornό είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για την κατασκευή εξαρτημάτων όπως άξονες, τροχαλίες και μαντεμένια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store