lathe
lathe
leɪð
leidh
lattelithelatkeloathe

Ορισμός και σημασία του "lathe"στα αγγλικά

01

τόρνος

a machine tool that rotates a workpiece so one can shape it by cutting, sanding, or drilling 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lathes
Παραδείγματα
The machinist used a lathe to shape the metal rod into a precise cylindrical form. 

Ο μηχανικός χρησιμοποίησε ένα τornό για να διαμορφώσει τη μεταλλική ράβδο σε ακριβές κυλινδρικό σχήμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store