latent
la
ˈleɪ
lei
tent
tənt
tēnt
lamentlatest

Ορισμός και σημασία του "latent"στα αγγλικά

01

λανθάνων, κρυμμένος

present but not yet visible or fully developed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most latent
συγκριτικός βαθμός
more latent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a latent talent for painting that emerged later in life. 

Είχε μια λανθάνουσα ταλέντο για τη ζωγραφική που αναδείχθηκε αργότερα στη ζωή.

02

λανθάνων, κρυφός

(of a medical condition or infection) present in the body but not currently producing symptoms 
Παραδείγματα
The virus remained latent in the patient's nervous system. 

Ο ιός παρέμεινε λανθάνων στο νευρικό σύστημα του ασθενούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store