Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to latch on
01
τελικά καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
to finally understand something, usually after some initial difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
latch
ενεστώτας
latch on
γ΄ ενικό πρόσωπο
latches on
ενεστώτα μετοχή
latching on
απλός αόριστος
latched on
παθητική μετοχή
latched on
Παραδείγματα
It took him a while to latch onto the concept, but he eventually got it.
Του πήρε λίγο χρόνο να καταλάβει την έννοια, αλλά τελικά το κατάφερε.
02
αγαπώ πολύ, εθίζομαι
to develop a strong interest in or affection for someone or something
Παραδείγματα
My daughter latched onto the new video game and wouldn't stop playing it.
Η κόρη μου κολλήθηκε στο νέο βιντεοπαιχνίδι και δεν ήθελε να σταματήσει να το παίζει.
03
κολλώ, προσκολλώμαι
to become firmly attached to something or someone
Παραδείγματα
The child latched on to her mother's arm and refused to let go.
Το παιδί κόλλησε στο χέρι της μητέρας του και αρνήθηκε να αφήσει.



























