lastly
last
ˈlɑ:st
laast
ly
li
li
vastlyghastly

Ορισμός και σημασία του "lastly"στα αγγλικά

01

τελικά, για τελευταία φορά

used to emphasize that what follows is the concluding point 
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα χρόνου
Παραδείγματα
Lastly, we need to address the environmental impact of the new policy. 

Τέλος, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την περιβαλλοντική επίπτωση της νέας πολιτικής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store