Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
last resort
01
τελευταία λύση, τελική λύση
an option or solution that is only chosen when every other alternative has failed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
last resorts
Παραδείγματα
She considered moving back home as her last resort.
Θεώρησε να επιστρέψει σπίτι ως τελευταία λύση.



























