Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
last resort
01
τελευταία λύση, ως έσχατη λύση
an option or solution that is only chosen when every other alternative has failed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
last resorts
Παραδείγματα
When negotiations failed, they turned to legal action as a last resort.
Όταν απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις, στράφηκαν στη νομική οδό ως έσχατη λύση.



























