Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lark
01
κορυδαλλός, σταρήθρα
a small songbird with brownish feathers and a crest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
larks
02
περιπέτεια, αταξία
any carefree episode
03
σταρήθρα, κοκκινολαίμης
any of numerous predominantly Old World birds noted for their singing
04
κορυδαλλός, κίτρινο στήθος τραγουδιστό πουλί
North American songbirds having a yellow breast
to lark
01
παίζω θορυβωδώς, αστεΐζομαι
play boisterously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lark
γ΄ ενικό πρόσωπο
larks
ενεστώτα μετοχή
larking
απλός αόριστος
larked
παθητική μετοχή
larked



























