large-hearted
large
lɑ:ʤhɑ:tɪd
laajhaatid
hearted

Ορισμός και σημασία του "large-hearted"στα αγγλικά

large-hearted
01

γενναιόδωρος, μεγαλόψυχος

having a generous, compassionate, and magnanimous nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most large-hearted
συγκριτικός βαθμός
more large-hearted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, personality, morality
Παραδείγματα
He was remembered as a large-hearted man who always stood up for the underdog. 

Θυμόταν ως ένας μεγάλης καρδιάς άνδρας που πάντα υπερασπιζόταν τους καταπιεσμένους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store