lank
lank
lænk
λαινκ
/lˈæŋk/

Ορισμός και σημασία του "lank"στα αγγλικά

01

μακρύ, λεπτό και ίσιο

(of hair) long, thin and straight
02

ψηλός και λεπτός, με μια αδέξια ή μη ελκυστική εμφάνιση

tall and thin, with an ungraceful or unattractive appearance
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store