landscape
land
ˈlænd
lānd
scape
skeɪp
skeip

Ορισμός και σημασία του "landscape"στα αγγλικά

01

τοπίο, πανόραμα

an area of scenery visible in a single view 
landscape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landscapes
Παραδείγματα
The hikers admired the mountain landscape at sunrise. 

Οι πεζοπόροι θαύμασαν το ορεινό τοπίο κατά την ανατολή του ήλιου.

02

τοπίο

a style of painting that deals with the nature 
landscape definition and meaning
Παραδείγματα
The artist specialized in landscape paintings, capturing the beauty of mountains and rivers. 

Ο καλλιτέχνης ειδικεύτηκε σε πίνακες τοπίου, καταγράφοντας την ομορφιά των βουνών και των ποταμών.

03

τοπίο, πίνακας τοπίου

a painting of the environment or nature 
landscape definition and meaning
Παραδείγματα
She painted a landscape featuring a sunset over the ocean. 

Ζωγράφισε ένα τοπίο με ηλιοβασίλεμα πάνω από τον ωκεανό.

04

προοπτική, όραμα

a broad or comprehensive mental perspective or view 
Παραδείγματα
The scholar had a wide landscape of philosophical ideas. 

Ο λόγιος είχε ένα ευρύ τοπίο φιλοσοφικών ιδεών.

to landscape
01

διαμορφώνω τοπία, κάνω τοπιογραφία

to design or arrange an outdoor area for aesthetic or practical purposes, as in gardening 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
landscape
γ΄ ενικό πρόσωπο
landscapes
ενεστώτα μετοχή
landscaping
απλός αόριστος
landscaped
παθητική μετοχή
landscaped
Παραδείγματα
The park was landscaped to include walking paths and benches. 

Το πάρκο τοποθετήθηκε για να περιλαμβάνει μονοπάτια και παγκάκια.

02

διαμορφώνω τοπίο, ομορφαίνω

to decorate or enhance an area by adding plants or greenery 
Παραδείγματα
They landscaped the entrance with colorful shrubs. 

Διαμόρφωσαν το τοπίο της εισόδου με χρωματιστές θάμνους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store