landowner
landowner
lændəʊnə
lāndewnē
londoner

Ορισμός και σημασία του "landowner"στα αγγλικά

01

γηκτήμονας, ιδιοκτήτης γης

a person who owns land 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
landowners
Παραδείγματα
The landowner decided to plant trees on his property. 

Ο γηκτήμονας αποφάσισε να φυτέψει δέντρα στην ιδιοκτησία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

landowner

land

+

owner

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store