Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Landowner
01
γηιόκτημα
a holder or proprietor of land
Παραδείγματα
The landowner hired workers to maintain the farmland.
Λεξικό Δέντρο
landowner
land
owner
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γηιόκτημα
Λεξικό Δέντρο
land
owner