landlord
land
ˈlænd
lānd
lord
ˌlɔ:d
lawd
landward

Ορισμός και σημασία του "landlord"στα αγγλικά

01

ιδιοκτήτης, ενοικιαστής

a person or a company who rents a room, house, building, etc. to someone else 
landlord definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
landlords
αρσενικό ενικό
landlord
θηλυκό ενικό
landlady
neutral form
property owner
Παραδείγματα
Before moving out, you should inform your landlord. 

Πριν μετακομίσετε, θα πρέπει να ενημερώσετε τον ιδιοκτήτη σας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

landlord

land

+

lord

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store