Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lambast
01
κριτικάρω σφοδρά, μαστιγώνω
to criticize severely, often with strong language
Transitive: to lambast sb/sth for an action or behavior | to lambast sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lambast
γ΄ ενικό πρόσωπο
lambasts
ενεστώτα μετοχή
lambasting
απλός αόριστος
lambasted
παθητική μετοχή
lambasted
Παραδείγματα
The film critic lambasted the movie for its poor script and lackluster performances.
Ο κριτικός κινηματογράφου κατέκρινε βίαια την ταινία για το κακό σενάριο και τις άνοστες ερμηνείες.
02
δέρνω, ξυλοκοπώ
to assault or beat physically
Transitive: to lambast sb
Παραδείγματα
Unable to control his temper, he would frequently lambast his colleagues during arguments.
Ανίκανος να ελέγξει το temperamento του, συχνά χτυπούσε τους συναδέλφους του κατά τη διάρκεια διαφωνιών.



























