Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laid low
01
καθηλωμένος στο κρεβάτι, εκτός δράσης
put out of action (by illness)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laid low
συγκριτικός βαθμός
more laid low
διαβαθμίσιμο



























