laid low
Pronunciation
/lˈeɪd lˈoʊ/

Ορισμός και σημασία του "laid low"στα αγγλικά

01

καθηλωμένος στο κρεβάτι, εκτός δράσης

put out of action (by illness)
laid low definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laid low
συγκριτικός βαθμός
more laid low
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store