laid low
laid
leɪd
λειντ
low
ləʊ
λεου

Ορισμός και σημασία του "laid low"στα αγγλικά

01

καθηλωμένος στο κρεβάτι, εκτός δράσης

put out of action (by illness) 
laid low definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laid low
συγκριτικός βαθμός
more laid low
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, condition, state

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store